Αναρτήσεις

Ζωή κι ελπίδα (Συνέντευξη)

Εικόνα
  Την Εύη τη συνάντησα πρώτη φορά στη συνέντευξή μας. Την είχα πλάσει στο μυαλό μου από τις περιγραφές της αδελφής μου, τα παιδιά τους ήταν συμμαθητές. Άκουγα λοιπόν για μία μητέρα από το σχολείο του ανιψιού μου όπου δυστυχώς αρρώστησε σοβαρά, πολύ σοβαρά και οι γιατροί της δίνουν λίγο χρόνο ζωής, όμως το αντιμετωπίζει με πολύ θάρρος. Ο χρόνος περνούσε και η αδελφή μου μας έλεγε και πάλι για τη φίλη της πόσο δυνατή είναι και ότι τα πάει πολύ καλά. Περιγραφές για το πόσο επώδυνο είναι αυτό που περνάει, για τις σοβαρές επεμβάσεις της και το θάρρος της. Τη μία τα αισιόδοξα μηνύματα έφταναν συντελώντας ένα θαύμα και την άλλη το κακό ξαναερχόταν. Ο χρόνος περνούσε, από ένα σημείο και μετά ρωτούσα κι εγώ καθώς είχε κερδίσει το θαυμασμό μου και φυσικά το ενδιαφέρον μου “πώς πάει αυτή η κοπέλα, έχεις κανένα νεότερο”; Η αρρώστια εμφανιζόταν αλλά εκείνη τη νικούσε. Το μέγεθος του νικημένου δίνει αξία στο νικητή, λένε στον αθλητισμό. Της Εύης της μίλησαν για 3 μήνες ζωής και σήμερα, σχεδόν 4 χρόν

Για κάθε Ελένη

Εικόνα
Είναι κάποιες στιγμές που συνειδητοποιείς πως όντως δεν υπάρχουν λόγια ούτε να περιγράψεις τα γενόμενα, ούτε να περιγράψεις συναισθήματα, σκέψεις, ανθρώπους, συμπεριφορές. Μέσα σε αυτόν το μαύρο καπνό, θα κάνω μία προσπάθεια κι εγώ να μαζέψω ότι κομμάτια μπορώ και να εκφραστώ όσο πιο ανθρώπινα και διακριτικά. Αρχικά θα ήθελα νοερά μέσα από αυτό το άρθρο, το βήμα μου, να πω ένα αντίο σε όλα αυτά τα όμορφα νιάτα αλλά και γενικά στους άτυχους συνανθρώπους μας που σκοτώθηκαν το βράδυ της 28 ης Φεβρουαρίου με την αμαξοστοιχία. Έπειτα, να σφιχταγγαλιάσω έναν-έναν τους ανθρώπους τους και πρώτα αυτές τις μάνες, τις μάνες…, τους πατεράδες, τα αδέλφια, τους συντρόφους, τα παιδιά τους, τους παππουδολαλάδες τους, τους φίλους τους. Στον απόηχο της πρώτης ημέρας, με κατέκλισαν   σκέψεις και προβληματισμοί, όπως εκτιμώ τους περισσοτέρους μας. Τι έγινε; Πώς έγινε; Πώς είναι δυνατόν να έγινε; Γιατί έγινε; Ομολογώ, εκείνο το πρωινό που ξύπνησα κι άνοιξα το κινητό μου, η πρώτη μου σκέψη όταν είδα τα

Αραράτ

Εικόνα
  Δίχως αμφιβολία και δυστυχώς, αφορμή για τη συγγραφή αυτή είναι οι πρόσφατες καταγγελίες σε βάρος πολύ γνωστής δομής κοινωνικής φροντίδας. Από καρδιάς εύχομαι όλα να αποδειχθούν αναληθή. Στο παρόν άρθρο αποτυπώνω απόψεις κι εμπειρίες, που τυγχάνει να έχω για τα εν λόγω θέματα, εξ’ επαγγέλματος. Θα προσπαθήσω λοιπόν προσεκτικά να μοιραστώ μαζί σας όσα γυρνούσαν χρόνια στο κεφάλι μου σχετικά κι όσα από χθες που μαθεύτηκε το συμβάν, προστέθηκαν. Αρχικά, κύριος υπαίτιος, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, είναι το κράτος. Ένα κράτος ελλιπές, ένα κράτος ανεύθυνο, ένα κράτος που υποβαθμίζει την ζωή και την ποιότητα ζωής των πολιτών του, ένα κράτος που δεν έχει δώσει βαρύτητα εδώ και δεκαετίες στην κοινωνική φροντίδα, την κοινωνική προστασία και την στήριξη των αδυνάτων σε όλο τους το φάσμα. Ένα κράτος που εποπτεύει και ελέγχει ελλιπώς, που ενισχύει επιλεκτικώς και μεριμνά ειδικώς. Η ύπαρξη ιδιωτικών πρωτοβουλιών στο κομμάτι της κοινωνικής μέριμνας δεν είναι απευκταία. Ίσα ίσα που είναι ύψ

Ακριβαίνει η ζωή ή η ζωή ακριβαίνει;

Εικόνα
Ζωή μου ακριβή, λέγαμε κάποτε, κάποιοι συνεχίζουν να το λένε, μα φαίνεται πως ζούμε την μετατροπή της ζωή μας από ακριβή, λόγω της αξίας της, σε ζωή ακριβή λόγω της αξίας των αγαθών που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε και να την απολαύσουμε. Όλα όσα συμβαίνουν, μία νέα οικονομική κρίση μέσα στην οικονομική κρίση, μία νέα επιδρομή στο πορτοφόλι, στο καλάθι, στην αγοραστική μας δύναμη συνδράμουν στο να Ανησυχώ, να προβληματίζομαι και να αμπελοφιλοσοφώ. Το δολάριο ανεβαίνει, το δολάριο κατεβαίνει, η ζωή μας ακριβαίνει, δε βαριέσαι Πολυξένη… Όλοι μας έχουμε γευτεί λίγο ή πολύ τις χαρές της ζωής. Όλοι μας έχουμε πιει από αυτό το νέκταρ των Θεών. Είδαμε το γαλάζιο του ουρανού, αναπνεύσαμε το καθαρό οξυγόνο, νιώσαμε το χάδι της αγάπης, τη δροσιά της θάλασσας, τη σύνδεση με τον ζωοποιό ήλιο και τις ακτίνες του, γευτήκαμε το φαγητό και το ποτό, ταξιδέψαμε, γελάσαμε. Η αξία μίας απλής αλλά συνάμα παραμυθένιας ζωής, χωρίς υπερβολές και χρυσάφια φαντάζει πως υπεροκοστολογήθηκε, πως υπερφορολογ